Με την υπ’ αριθμόν 7858/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών η εντολέας μας, πρώην έμπορος, είχε χρέη 272.062,74 ευρώ και τελικώς θα καταβάλει το ποσό των 29.207,04 ευρώ, πετυχαίνοντας διαγραφή χρέους 242.855,70 ευρώ και προστασία της α’ κατοικίας.

Το κείμενο της απόφασης:

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ 7858/2018

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη ……………………………………….., την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα …………………………………….

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 18 Μαΐου 2018 για να την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΑΙΤΟΥΣΑΣ: ………………….του ………., κατοίκου ………..Αττικής, επί ……………………………………, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Γεωργίου ΦΥΚΗΡΗ.

ΤΩΝ ΚΑΘΩΝ Η ΚΛΗΣΗ-ΠΙΣΤΩΤΡΙΩΝ της αιτούσας, ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών, οι οποίες, μετά την κατ’ άρθρο 748 § 3 ΚΠολΔ (σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του Ν. 3869/2010) διάταξη του αρμοδίου Δικαστού, περί κλητεύσεως αυτών, κατέστησαν διάδικοι και μετέχουν στην δίκη παρισταμένων ως εξής:

1) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………….», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………….., νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της ………………..

2) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………………………………..» και το διακριτικό τίτλο «…………………», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……………………., νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της …………………..

Η καλούσα-αιτούσα ζητά με την από 17-12-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5663/17-12-2015 κλήση της να επαναπροσδιοριστεί η από 16-12-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 9077/19-12-2013 αίτηση της (κρινόμενη), που είχε προσδιορισθεί πέραν της τριετίας από την ενάρξεως της ισχύος του Ν. 4336/2015, ήτοι για την 1-2-2019, σε συντομότερη δικάσιμο και η οποία επαναπροσδιορίσθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Αφού εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ακολούθησε συζήτηση όπως αυτή αναφέρεται στα πρακτικά της παρούσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της καλούσας-αιτούσας, αφού πήρε το λόγο από την Ειρηνοδίκη, ανέπτυξε και προφορικά τους ισχυρισμούς της και ζήτησε να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση ως νόμιμη, βάσιμη και αληθινή, ενώ οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των καθ’ων η κλήση-πιστωτριών αιτήθηκαν την απόρριψή της.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. Α υποπαρ. Α.4 άρθρο 2 παρ. 4 εδαφ. α’ του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α’94/14-8-2015): «…Εντός τεσσάρων (4) μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου, κάθε διάδικος δύναται να ζητήσει με κλήση, ατελώς, να επαναπροσδιοριστεί υπόθεση που είχε προσδιοριστεί πέραν της τριετίας από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου, σε συντομότερη δικάσιμο…».

Ακολούθως, με την κρινόμενη αίτηση—όπως αυτή παραδεκτά συμπληρώθηκε με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά—η αιτούσα, εκθέτει ότι δεν έχει την εμπορική ιδιότητα και ως εκ τούτου στερείται πτωχευτικής ικανότητας, ζητεί δε λόγω μόνιμης αδυναμίας εξόφλησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, να ενταχθεί στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 για ρύθμιση και απαλλαγή απ’αυτές (οφειλές), κατά το προτεινόμενο απ’αυτήν σχέδιο διευθέτησης, την μη ρευστοποίηση της περιγραφόμενης στην ένδικη αίτηση κυρίας κατοικίας της, καθώς και τον συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης μεταξύ των διαδίκων.

Η υπό κρίση αίτηση με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, αρμοδίως και παραδεκτώς φέρεται για συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του Ν 3869/2010 σε συνδυασμό με τα άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ). Περαιτέρω, από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία (άρθρο 13 παρ. 2 Ν. 3869/2010) προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη όμοια αίτηση της αιτούσας, ούτε έχει εκδοθεί απόφαση για ρύθμιση και απαλλαγή από τις οφειλές της (βλ. την υπ’αριθμ. πρωτ. 402/26-6- 2018 Βεβαίωση της Γραμματέας του τμήματος Ρύθμισης Οφειλών του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Η αναφερόμενη σ’αυτήν(Βεβαίωση), υπ’αριθμ. 9077/2013 αίτηση, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η 1-2-2019, είναι η ένδικη, η οποία, όπως προελέχθη, επαναπροσδιορίσθηκε για την παρούσα δικάσιμο). Ακολούθως, η ένδικη αίτηση—στην οποία περιλαμβάνονται και τα στοιχεία του άρθρου 4 παρ. 1 Ν. 3869/2010—είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 8, 9 και 11 του Ν.3869/2010, όπως αυτά ισχύουν μετά την τροποποίηση τους από τον Ν. 4161/2013, εκτός του αιτήματος της περί συμψηφισμού της δικαστικής δαπάνης μεταξύ των διαδίκων, το οποίο είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθόσον δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του Ν. 3869/2010 και συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, και κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι έχουν κατατεθεί τα γραμμάτια προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του οικείου δικηγορικού συλλόγου και δεν έχει επιτευχθεί δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ της καλούσας-αιτούσας και των καθ’ων η κλήση-αίτηση.

Από την συνεκτίμηση και την συγκριτική αξιολόγηση των στοιχείων της δικογραφίας και δη από την ένορκη εξέταση του μάρτυρος της αιτούσας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν μετά επικλήσεως, τα οποία λαμβάνονται υπ’όψιν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ το Δικαστήριο λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη του και χωρίς απόδειξη, και τα οποία χρησιμοποιούνται από το Δικαστή για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ήτοι συμπερασμάτων συναγόμενα από τον Δικαστή κατά τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας και σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 261 του ΚΠολΔ, αλλά και σε συνάρτηση προς το περιεχόμενο της κρινόμενης αίτησης αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η αιτούσα, γεννηθείσα την …………….. είναι έγγαμη με τον ………………… και μητέρα δύο ενήλικων αρρένων τέκνων. Κατά το χρονικό διάστημα από 11-12- 2001 έως και 30-10-2010, απασχολείτο με το λιανικό εμπόριο ………….., διατηρώντας κατάστημα επί της ……………………….. Από την παράθεση των φορολογικών στοιχείων, αποδεικνύεται ότι ο κύκλος των εργασιών της εν λόγω ατομικής επιχείρησης ήταν μεγάλος, καθόσον ο ετήσιος τζίρος αυτής, κατά τα οικονομικά έτη 2005-2011 ανερχόταν σε 63.207,75 ευρώ, 71.311,13 ευρώ, 69.493,69 ευρώ, 47.989,47 ευρώ, 85.958,10 ευρώ, 72.243,88 ευρώ και 55.440,96 ευρώ, αντίστοιχα. Συνεπώς, ασκούσε εμπορικές πράξεις αποκομίζοντας απ’ αυτές κέρδος, το οποίο ήταν αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών και δεν αποτελούσε στην ουσία αμοιβή του σωματικού της κόπου. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι η αιτούσα κατά τον χρόνο της διακοπής των εργασιών της ατομικής της επιχείρησης έπαυσε και τις πληρωμές της, ενώ το έγγραφο το οποίο επικαλείται η β’ καθ’ης, ήτοι την από 6-6-2014 βεβαίωση οφειλών της τελευταίας, προκειμένου να στηρίξει τον ισχυρισμό της ότι η αιτούσα προέβη σε παύση των πληρωμών της στις 29-1-2010, δεν καταρρίπτει την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου περί του χρόνου παύσεως των πληρωμών της αιτούσας, καθόσον ως προς τα δάνεια, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω βεβαίωση, η αιτούσα είχε αναλάβει την εγγυητική ευθύνη αυτών και συνεπώς, πρωταρχικά υπεύθυνος για την αποπληρωμή τους ήταν ο πρωτοφειλέτης σύζυγος της. Ήτοι, από την προαναφερόμενη βεβαίωση προκύπτει μόνο το πότε έπαυσε τις πληρωμές του ο πρωτοφειλέτης και όχι το πότε ενεργοποιήθηκε η εγγυητική ευθύνη της αιτούσας. Επίσης, δεν αποδεικνύεται το πότε η β’ καθ’ης προέβη σε καταγγελία και το αν είχε ενημερώσει την εγγυήτρια για το γεγονός της παύσης των πληρωμών του πρωτοφειλέτη. Σε κάθε δε περίπτωση, η μη πληρωμή από τον οφειλέτη κάποιων από τα χρέη του δεν εκφράζει οπωσδήποτε αδυναμία πληρωμής, καθόσον ο οφειλέτης πρέπει να παύσει να πληρώνει γενικά, ενώ η αιτούσα συνέχιζε τις καταβολές της προς την α’καθ’ης μέχρι το 2012. Κατόπιν των ανωτέρω, η αιτούσα κατά τον χρόνο κατάθεσης της ενδίκου αιτήσεως στερείτο της πτωχευτικής ικανότητας, αφού δεν είχε εμπορική ιδιότητα, απορριπτομένης, ως ουσιαστικά αβάσιμης, της ένστασης περί ύπαρξης στο πρόσωπο της αιτούσας της εμπορικής ιδιότητας. Μετά δε την διακοπή των εργασιών της προπεριγραφόμενης ατομικής της επιχείρησης, η αιτούσα ευρίσκεται σε κατάσταση ανεργίας, ενώ ο σύζυγος της διατηρεί επιχείρηση-ανθοπωλείο, από το οποίο αποκομίζει καθαρά το ποσό των 300,00 ευρώ μηνιαίως, το δε εισόδημά τους ενισχύεται από την σύνταξη που λαμβάνει η μητέρα της αιτούσας ύψους 700,00 ευρώ, η οποία διαμένει μαζί τους. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της αιτούσας είναι ένα διαμέρισμα του ισογείου ορόφου, που κείται επί οικοπέδου εκτάσεως 120,00 τ.μ., το οποίο ευρίσκεται στον Ασπρόπυργο Αττικής, στη θέση ……………, επί …………….. …………………. επιφανείας 90,00 τ.μ, έτους κατασκευής 1977, κυριότητάς της σε ποσοστό 100%, η δε αντικειμενική αξία του ανέρχεται στο ποσό των 29.008,80 ευρώ και το οποίο αποτελεί το μοναδικό ακίνητο της οφειλέτιδος-αιτούσας που μπορεί να χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία, της οποίας αιτείται την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση. Επομένως, η αντικειμενική της αξία δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού για έγγαμη φορολογούμενη, όπως η αιτούσα, που ανέρχεται σε 250.000,00 ευρώ προσαυξημένο κατά 50%, ήτοι 375.000,00 ευρώ, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή της από την εκποίηση (όπως ίσχυε κατά τον χρόνο κατάθεσης της ενδίκου αιτήσεως). Όσον αφορά δε το αναφερόμενο στην ένδικη αίτηση, όχημα, μάρκας ……….. και με αριθμό κυκλοφορίας…………. δεν αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο συζήτησης υφίστατο, καθόσον δεν προσκομίζεται άδεια κυκλοφορίας, ενώ δεν αναγράφεται στο εκκαθαριστικό σημείωμα του φορολογικού έτους 2016. Ακολούθως, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, η αιτούσα είχε αναλάβει χρέη, τα οποία κατά πλάσμα του νόμου θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα, εκ των οποίων τα εμπραγμάτως εξασφαλισμένα με προσημείωση υποθήκης επί της κύριας ως άνω κατοικίας της, συνεχίζονται να εκτοκίζονται με επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης. Οι ληξιπρόθεσμες, λοιπόν, οφειλές της αιτούσας προς τις καθ’ων ανέρχονται (άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010): Α) Στην πρώτη πιστώτρια: 1) στο ποσό των 10.880,66 ευρώ, εκ της υπ’αριθμ. 4225653226 συμβάσεως στεγαστικού δανείου, 2) στο ποσό των 140.970,91 ευρώ, εκ της υπ’αριθμ. 4217914377 συμβάσεως στεγαστικού δανείου και 3) στο ποσό των 58.325,92 ευρώ, εκ της υπ’αριθμ. 2007002181 συμβάσεως επιχειρηματικού δανείου, στο οποίο ενέχεται ως εγγυήτρια και Β) Στην δεύτερη πιστώτρια: 1) στο ποσό των 40.109,87 ευρώ, επιχειρηματικό δάνειο, στο οποίο ενέχεται ως εγγυήτρια και 2) στο ποσό των 21.775,38 ευρώ, επιχειρηματικό δάνειο, στο οποίο ενέχεται ως εγγυήτρια. Η αιτούσα, λοιπόν, λόγω της δυσμενούς οικονομικής της κατάστασης κατά το έτος 2013, σε συνδυασμό με την σοβαρή οικονομική κρίση που διέρχεται η χώρα μας και το υψηλό κόστος ζωής που επιβαρύνει τις ανάγκες διαβίωσής της, οικονομικά προβλήματα που ανατρέπουν οικονομικούς και οικογενειακούς προγραμματισμούς, αδυνατούσε να αντεπεξέλθει στις οικονομικές υποχρεώσεις της, προερχόμενες και από την ανάληψη των ως άνω δανειακών τις υποχρεώσεων προς τις καθ’ων, για την αποπληρωμή των οποίων όφειλε να καταβάλει μηνιαίως το ποσό των 2.850,01 ευρώ, με αποτέλεσμα να περιέλθει χωρίς δική της υπαιτιότητα σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής αυτών [η αδυναμία πληρωμών καθορίζεται με βάση τη σχέση οφειλών και παροντικής ρευστότητος, αφού ληφθεί υπόψη και η προβλεπόμενη για το εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητος του οφειλέτη. Εφόσον η σχέση αυτή είναι αρνητική με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμών]. Συνεπώς, η προβαλλόμενη ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών πρέπει ν’απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σημειώματα των προαναφερόμενων οικονομικών ετών, ο ετήσιος οικογενειακός τζίρος της επέτρεπε να είναι ενήμερη μέχρι και τον χρόνο παύσης των πληρωμών της. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νομοθέτης εκκινεί, από την αφετηριακή βάση της προστασίας του οφειλέτη από τον κίνδυνο της κοινωνικής περιθωριοποιήσεώς του. Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η περιθωριοποίηση ενός μεγάλου αριθμού υπερχρεωμένων οφειλετών επάγεται μείωση ή και εκμηδένιση της καταναλωτικής τους δυνάμεως με σημαντικές επιπτώσεις στην εύρυθμη λειτουργία μίας οικονομίας που (πλέον) στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό στην κατανάλωση αγαθών. Επομένως, η μέριμνα για τη διευθέτηση του φαινομένου της υπερχρεώσεως επιτάσσεται τόσο για λόγους δημοσίου συμφέροντος όσο και από την υποχρέωση σεβασμού της αξίας του οφειλέτη ως ανθρώπου. Η τελευταία επιτάσσει τη χορήγηση στον υπερχρεωμένο οφειλέτη μίας δεύτερης ευκαιρίας για την επάνοδο του στην οικονομική και κοινωνική ζωή, ήτοι, στα πλαίσια του γενικότερου πνεύματος του Ν.3869/2010, ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα της ρύθμισης για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του με απαλλαγή από αυτά, η οποία (ρύθμιση) βρίσκει νομιμοποίηση ευθέως στο ίδιο κράτος δικαίου που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση, από την οποία, άλλωστε και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος, απορριπτομένης, επομένως, ως ουσιαστικά αβάσιμης της προβαλλόμενης ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος της αιτούσας. Λαμβανομένων περαιτέρω υπ’όψιν των όσων ανωτέρω εκτέθηκαν, το μηνιαίο καταβλητέο (δυνάμενο να καταβληθεί) χρηματικό ποσό, ανέρχεται σε 100,00 ευρώ Χ 60 μήνες, το οποίο προτείνει και η ίδια η αιτούσα. Το ποσό αυτό θα κατανεμηθεί μηνιαίως στις ανωτέρω πιστώτριες, ήτοι, αναλόγως με το μέγεθος των απαιτήσεων των τελευταίων κατά της αιτούσας, με έναρξη από τον πρώτο μήνα μετά τη δημοσίευση της παρούσας αποφάσεως, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, οι πραγματοποιηθείσες καταβολές προς τις καθ’ων, όσον αφορά τις ανέγγυες απαιτήσεις τους, δυνάμει της από 23-9-2014 Προσωρινής Διαταγής, θα συνυπολογιστούν στο ανωτέρω χρονικό διάστημα και θα αφαιρεθούν κατά τους τελευταίους μήνες της πενταετίας πριν τη λήξη του. Όπως δε προκύπτει το υπόλοιπο των απαιτήσεων των ανωτέρω πιστωτριών μετά τις καταβολές επί δετία ανέρχεται στο ποσό των 266.062,74 ευρώ (272.062,74 ευρώ – 6.000,00 ευρώ), ήτοι, υπερβαίνει το 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας της, που ανέρχεται σε 23.207,04 ευρώ και το οποίο θα πρέπει να καταβάλει για την διάσωση αυτής. Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με σταθερό επιτόκιο, που θα ισχύει, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο θα υφίσταται μέτρηση κατά τον χρόνο της καταβολής, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Θα ξεκινήσει μετά παρέλευση πέντε (5) ετών από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, ο δε χρόνος τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης του ποσού αυτού πρέπει να οριστεί σε είκοσι (20) έτη, λαμβανομένου υπόψη του συνολικού χρέους της αιτούσας, της οικονομικής της δυνατότητας και της ηλικίας της. Στα πλαίσια λοιπόν αυτής της ρύθμισης, η αιτούσα πρέπει να καταβάλει το ποσό των 96,70 ευρώ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Επειδή, περαιτέρω, οι απαιτήσεις πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο της κύριας κατοικίας ικανοποιούνται προνομιακά από τις καταβολές που γίνονται σε εκτέλεση της συγκεκριμένης ρύθμισης. Επειδή, οι απαιτήσεις ενέγγυων πιστωτών για την ικανοποίηση των οποίων δεν αρκεί το υπέγγυο ακίνητο, αντιμετωπίζονται ως απαιτήσεις ανέγγυων πιστωτών. Επειδή, σε περίπτωση που μετά την προνομιακή ικανοποίηση των εμπραγμάτως εξασφαλισμένων πιστωτών δεν καλύφθηκε το 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, οι ανέγγυοι πιστωτές ικανοποιούνται συμμέτρως μέχρι τη συμπλήρωση του ποσοστού αυτού από τις μηνιαίες δόσεις της παρούσας. Επειδή, οι απαιτήσεις της α’καθ’ης εκ των προαναφερόμενων συμβάσεων στεγαστικών δανείων είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες, θα ικανοποιηθούν(μερικώς) προνομιακώς στα πλαίσια αυτής της ρύθμισης. Ωστόσο, επειδή καλύφθηκε το 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, οι ανέγγυοι πιστωτές δεν δύνανται να ικανοποιηθούν στα πλαίσια αυτής ρύθμισης. Τέλος, οι πραγματοποιηθείσες καταβολές προς την α’καθ’ης, όσον αφορά τις εμπραγμάτως εξασφαλισμένες απαιτήσεις της, δυνάμει της από 23-9-2014 Προσωρινής Διαταγής, θα συνυπολογιστούν στο ανωτέρω χρονικό διάστημα και θα αφαιρεθούν κατά τους τελευταίους μήνες της εικοσαετίας πριν τη λήξη του.

Κατόπιν λοιπόν των ανωτέρω εκτιθέμενων, η ένδικη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να ρυθμιστούν οι οφειλές της αιτούσας με σκοπό την απαλλαγή της, εξαιρουμένης, κατά τα ως άνω, της εκποίησης της κύριας κατοικίας της, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, η οποία (απαλλαγή) θα επέλθει, σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 3869/2010), μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων που της επιβάλλονται με την παρούσα απόφαση.

ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την αιτούσα να καταβάλλει μηνιαίως στις καθ’ων- πιστώτριες αυτής, για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών και εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μηνός, με έναρξη από τον πρώτο μήνα, μετά τη δημοσίευση της παρούσας αποφάσεως, τα εξής: Α) Στην πρώτη πιστώτρια: 1) για την εκ της υπ’αριθμ. 4225653226 συμβάσεως στεγαστικού δανείου, απαίτηση, το ποσό των τεσσάρων (4,00) ευρώ, 2) για την εκ της υπ’αριθμ. 4217914377 συμβάσεως στεγαστικού δανείου, απαίτηση, το ποσό των πενήντα ενός ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (51,82 ευρώ) και 3) για την εκ της υπ’αριθμ. 2007002181 συμβάσεως επιχειρηματικού δανείου, απαίτηση, το ποσό των είκοσι ενός ευρώ και σαράντα τεσσάρων λεπτών (21,44 ευρώ) ΚΑΙ Β) Στην δεύτερη πιστώτρια: 1) για την απαίτηση των 40.109,87 ευρώ, επιχειρηματικό δάνειο, το ποσό των δέκα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα τεσσάρων λεπτών (14,74 ευρώ) και 2) για την απαίτηση των 21.775,38 ευρώ, επιχειρηματικό δάνειο, το ποσό των οκτώ (8,00) ευρώ. Τέλος, οι πραγματοποιηθείσες καταβολές προς τις καθ’ων, όσον αφορά τις ανέγγυες απαιτήσεις τους, δυνάμει της από 23-9-2014 Προσωρινής Διαταγής, θα συνυπολογιστούν στο ανωτέρω χρονικό διάστημα και θα αφαιρεθούν κατά τους τελευταίους μήνες της πενταετίας πριν τη λήξη του.

ΕΞΑΙΡΕΙ από την εκποίηση την κύρια κατοικία της αιτούσας, ήτοι ένα διαμέρισμα του ισογείου ορόφου, που κείται επί οικοπέδου εκτάσεως 120,00 τ.μ., το οποίο ευρίσκεται ………………………………., επιφανείας 90,00 τ.μ, έτους κατασκευής 1977, κυριότητάς της σε ποσοστό 100%.

ΟΡΙΖΕΙ τις μηνιαίες καταβλητέες από την αιτούσα στην α’καθ’ης- πιστώτρια αυτής για την αναφερομένη στην αμέσως ανωτέρω διάταξη αιτία, δόσεις, και για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών, ως εξής: 1) για την εκ της υπ’αριθμ. 4225653226 συμβάσεως στεγαστικού δανείου, απαίτηση, το ποσό των έξι ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών (6,93 ευρώ), 2) για την εκ της υπ’αριθμ. 4217914377 συμβάσεως στεγαστικού δανείου, απαίτηση, το ποσό των ογδόντα εννέα ευρώ και εβδομήντα επτά λεπτών (89,77 ευρώ). Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων θα ξεκινήσει μετά την παρέλευση πέντε (5) ετών από την δημοσίευση της παρούσας αποφάσεως και θα γίνεται εντός του πρώτου τριημέρου εκάστου μηνός, εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με σταθερό επιτόκιο, που θα ισχύει, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο θα υφίσταται μέτρηση κατά τον χρόνο της καταβολής, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Τέλος, οι πραγματοποιηθείσες καταβολές προς την α’καθ’ης, όσον αφορά τις εμπραγμάτως εξασφαλισμένες απαιτήσεις της, δυνάμει της από 23-9-2014 Προσωρινής Διαταγής, θα συνυπολογιστούν στο ανωτέρω χρονικό διάστημα και θα αφαιρεθούν κατά τους τελευταίους μήνες της εικοσαετίας πριν τη λήξη του.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στις ………………… σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση του Δικαστηρίου αυτού, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Email
Phone
Phone
Email